Μη επανδρωμένο αεροσκάφος Bayraktar TB2 της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας.
|

Η τουρκική αμυντική βιομηχανία στραγγαλίζει την ελληνική εξωτερική πολιτική

ο Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων του Παντείου Πανεπιστημίου Ευτύχιος Δαμηλάκης
Γράφει ο Ευτύχιος Δαμηλάκης*

Από τον Καναδά και την Ιταλία έως τη Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Άγκυρα μετατρέπει την αμυντική της βιομηχανία σε όπλο διπλωματικής επιρροής, περιορίζοντας ασφυκτικά τα περιθώρια κινήσεων της Αθήνας.

Η Τουρκία δεν αναπτύσσει την αμυντική της βιομηχανία αποκλειστικά για να εξοπλίσει τις Ένοπλες Δυνάμεις της. Τη μετατρέπει συστηματικά σε εργαλείο οικονομικής ισχύος, διπλωματικής διείσδυσης και δημιουργίας στρατηγικών δεσμών. Κάθε εξαγωγική σύμβαση, κάθε συμφωνία συμπαραγωγής και κάθε νέα τεχνολογική συνεργασία διευρύνει το δίκτυο κρατών και επιχειρήσεων που αποκτούν συμφέρον από τη διατήρηση λειτουργικών σχέσεων με την Άγκυρα.

Αυτή είναι η διάσταση που αφορά άμεσα την Ελλάδα. Η ανάπτυξη της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας δεν μεταβάλλει μόνο τον στρατιωτικό συσχετισμό. Μεταβάλλει και το διπλωματικό περιβάλλον μέσα στο οποίο η Αθήνα καλείται να υπερασπιστεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα και να εξασφαλίσει διεθνή υποστήριξη σε μια ενδεχόμενη κρίση.

Το 2025, οι εξαγωγές της τουρκικής αμυντικής και αεροδιαστημικής βιομηχανίας έφτασαν τα 10,05 δισ. δολάρια, καταγράφοντας αύξηση περίπου 48% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Κατά το πρώτο εννεάμηνο του 2026 ανήλθαν ήδη στα 6,93 δισ. δολάρια, αυξημένες κατά 15,6% σε ετήσια βάση. Σε κυλιόμενη δωδεκάμηνη βάση, είχαν φτάσει τον Σεπτέμβριο του 2026 τα 10,94 δισ. δολάρια.

Η επιτάχυνση αποτυπώνεται και στις νέες παραγγελίες. Σύμφωνα με τον επικεφαλής της τουρκικής Αρχής Αμυντικής Βιομηχανίας, ο κλάδος είχε υπογράψει μέσα στο 2026 νέες συμβάσεις αξίας 15 δισ. δολαρίων, με στόχο να φτάσουν τα 20 δισ. έως το τέλος του έτους.

Ο συγκεκριμένος δείκτης περιλαμβάνει τόσο εγχώριες όσο και εξαγωγικές συμβάσεις και, επομένως, δεν ταυτίζεται με τις πραγματοποιηθείσες εξαγωγές. Οι ολοκληρωμένες εξαγωγές, οι νέες εξαγωγικές συμβάσεις, οι κρατικές παραγγελίες προς την τουρκική βιομηχανία και οι αγορές ξένων οπλικών συστημάτων από την Τουρκία αποτελούν διαφορετικές οικονομικές κατηγορίες. Η αποτίμησή τους ως διακριτών μεγεθών δείχνει ότι η Τουρκία ενισχύει ταυτόχρονα τις εξαγωγές, την εγχώρια παραγωγή και τις διεθνείς βιομηχανικές συνδέσεις της.

Η εξέλιξη αυτή διευρύνει τόσο την παραγωγική της βάση όσο και την πολιτική επιρροή που απορρέει από αυτή.

Μεγάλες επιχειρήσεις όπως η ASELSAN, η Baykar, η Turkish Aerospace, η ROKETSAN, η STM και η Otokar δεν περιορίζονται πλέον στην κάλυψη των αναγκών της εγχώριας αγοράς. Διεκδικούν διεθνείς συμβάσεις, δημιουργούν κοινά επιχειρηματικά σχήματα, εντάσσονται σε ευρωπαϊκές εφοδιαστικές αλυσίδες και προσφέρουν ολοκληρωμένα πακέτα που περιλαμβάνουν εκπαίδευση, τεχνική υποστήριξη, ανταλλακτικά και μελλοντικές αναβαθμίσεις.

Παράλληλα, η Τουρκία χρησιμοποιεί τις εγχώριες παραγγελίες για να στηρίξει τη μαζική παραγωγή, να διευρύνει την παραγωγική της βάση και να προσφέρει μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στις επιχειρήσεις της. Οι μεγάλες συμβάσεις αεράμυνας προς την ASELSAN, όπως και η συνεργασία της με τη ROKETSAN για την προμήθεια υποσυστημάτων, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα ενός βιομηχανικού οικοσυστήματος που ενισχύεται τόσο από την εσωτερική ζήτηση όσο και από τις εξαγωγές.

Ακόμη πιο προβληματική για την Ελλάδα είναι η γεωγραφική έκταση των διεθνών συνεργασιών της Άγκυρας.

Στον Καναδά, η στρατηγική εταιρική σχέση που ανακοινώθηκε στις 22 Οκτωβρίου 2026 προβλέπει την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των αμυντικών βιομηχανιών των δύο χωρών. Η κίνηση έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς δείχνει την ικανότητα της Τουρκίας να περνά από περιόδους έντασης και περιορισμών στην οικοδόμηση νέων θεσμικών και βιομηχανικών δεσμών.

Στην Ιταλία, η Leonardo και η Baykar συνεργάζονται για την ανάπτυξη, την παραγωγή και τη συντήρηση μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Η σχέση αυτή υπερβαίνει κατά πολύ μια συνηθισμένη εμπορική συναλλαγή. Συνδέει μια μεγάλη ευρωπαϊκή αμυντική επιχείρηση με την τουρκική παραγωγική και τεχνολογική βάση και τοποθετεί την Baykar μέσα σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό βιομηχανικό οικοσύστημα.

Στην Ισπανία, η συνεργασία γύρω από το εκπαιδευτικό αεροσκάφος HÜRJET συνδέει την Turkish Aerospace με την Airbus και με το πρόγραμμα εκπαίδευσης της ισπανικής Πολεμικής Αεροπορίας. Στην Πορτογαλία, η STM έχει αναλάβει την κατασκευή πλοίων υποστήριξης και ανεφοδιασμού για το πορτογαλικό Ναυτικό. Η Πολωνία έχει παραλάβει 24 μη επανδρωμένα αεροσκάφη Bayraktar TB2, ενώ η Ρουμανία προχώρησε στην προμήθεια 18 αεροσκαφών του ίδιου τύπου, μαζί με υπηρεσίες εκπαίδευσης και υποστήριξης.

Οι συμφωνίες αυτές δημιουργούν σχέσεις που διαρκούν πολύ περισσότερο από την αρχική παράδοση. Η συντήρηση, τα ανταλλακτικά, η εκπαίδευση του προσωπικού, οι αναβαθμίσεις λογισμικού και η επιχειρησιακή υποστήριξη μπορούν να συνδέουν τον προμηθευτή με τον χρήστη για χρόνια. Έτσι, μια εμπορική συμφωνία μετατρέπεται σταδιακά σε μακροχρόνιο πολιτικό και στρατηγικό δεσμό.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η σχέση της Τουρκίας με τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Η συμφωνία για την προμήθεια 20 μαχητικών Eurofighter Typhoon, αξίας έως 8 δισ. λιρών, εντάσσει την Άγκυρα σε ένα πολυεθνικό ευρωπαϊκό πλέγμα αμυντικών, βιομηχανικών και πολιτικών συμφερόντων.

Η πολιτική σημασία της είναι διαφορετική και ίσως βαθύτερη. Η συμφωνία συνδέει την τουρκική Πολεμική Αεροπορία με ένα ευρωπαϊκό βιομηχανικό σύστημα στο οποίο συμμετέχουν το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία, η Ιταλία και η Ισπανία. Η εκπαίδευση, ο οπλισμός, η τεχνική υποστήριξη και η μελλοντική συντήρηση δημιουργούν μια σχέση με διάρκεια. Ταυτόχρονα, το πρόγραμμα υποστηρίζει θέσεις εργασίας και παραγωγικές δραστηριότητες στις χώρες που συμμετέχουν στην ευρωπαϊκή κοινοπραξία.

Αυτό είναι το ευρύτερο πλεονέκτημα της Άγκυρας. Η Τουρκία μετατρέπεται ταυτόχρονα σε προμηθευτή, αγοραστή, βιομηχανικό εταίρο και κόμβο συμπαραγωγής. Δεν προσφέρει μόνο οπλικά συστήματα. Προσφέρει πρόσβαση σε αγορές, κοινή παραγωγή, τεχνολογική συνεργασία και γεωπολιτική χρησιμότητα.

Το ίδιο ισχύει και για τη σχέση της με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Άγκυρα εξακολουθεί να εξαρτάται από αμερικανικές τεχνολογίες σε κρίσιμα προγράμματα, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκει να αποκαταστήσει και να διευρύνει τους αμυντικούς διαύλους με την Ουάσιγκτον. Το τουρκικό μαχητικό KAAN παραμένει συνδεδεμένο με τον αμερικανικό κινητήρα F110, τουλάχιστον μέχρι να καταστεί διαθέσιμη μια αξιόπιστη εγχώρια εναλλακτική λύση.

Η αμερικανική έγκριση για την πώληση κινητήρων F110 ενισχύει καθοριστικά τις προοπτικές του KAAN, καθώς επιτρέπει στην Τουρκία να προχωρήσει τις δοκιμές και την αρχική παραγωγή του μαχητικού, πριν καταστεί διαθέσιμος ο υπό ανάπτυξη εγχώριος κινητήρας. Παράλληλα, επαναφέρει την αμυντική συνεργασία Ουάσιγκτον και Άγκυρας σε ένα κρίσιμο τουρκικό πρόγραμμα, διευρύνοντας τα περιθώρια στρατηγικής διαπραγμάτευσης της Τουρκίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Άγκυρα εξακολουθεί, επίσης, να επιδιώκει την αποκατάσταση της σχέσης της με το πρόγραμμα F-35 και την ενίσχυση του στόλου των F-16.

Πέρα από τη Δύση, η Άγκυρα αναπτύσσει ένα δεύτερο δίκτυο σχέσεων με τη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, το Πακιστάν, το Αζερμπαϊτζάν και την Ινδονησία. Σε αρκετές από αυτές τις συνεργασίες δεν έχει δημοσιοποιηθεί η συνολική οικονομική αξία. Η απουσία συγκεκριμένης αποτίμησηςδεν αναιρεί όμως τη στρατηγική τους σημασία. Η κοινή παραγωγή, η έρευνα, η τεχνολογική ανάπτυξη και η εκπαίδευση δημιουργούν ένα πλέγμα σχέσεων που επεκτείνει την τουρκική παρουσία πέρα από τις παραδοσιακές αγορές οπλικών συστημάτων.

Το πολιτικό αποτέλεσμα είναι σαφές: η τουρκική αμυντική βιομηχανία στραγγαλίζει την ελληνική εξωτερική πολιτική, δημιουργώντας ένα ολοένα πυκνότερο πλέγμα στρατηγικών, οικονομικών και τεχνολογικών συμφερόντων γύρω από την Άγκυρα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι χώρες που συνεργάζονται με την Τουρκία θα υιοθετήσουν αυτομάτως τις θέσεις της εις βάρος της Ελλάδας. Σημαίνει, όμως, ότι αποκτούν περισσότερους λόγους να αποφεύγουν τη ρήξη μαζί της. Όταν κυβερνήσεις, ένοπλες δυνάμεις και ισχυρές επιχειρήσεις συνδέουν θέσεις εργασίας, παραγωγικές γραμμές, τεχνολογικά προγράμματα και ανάγκες ασφαλείας με την Τουρκία, το πολιτικό κόστος μιας αποφασιστικής σύγκρουσης με την Άγκυρα αυξάνεται.

Αυτό περιορίζει τα περιθώρια της Αθήνας να εξασφαλίσει κοινή, έγκαιρη και αποτελεσματική διεθνή πίεση. Η Ελλάδα μπορεί να διαθέτει ισχυρά επιχειρήματα βάσει του διεθνούς δικαίου. Το διεθνές δίκαιο παραμένει θεμελιώδες εργαλείο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά δεν λειτουργεί σε πολιτικό κενό και δεν καταργεί τα οικονομικά, βιομηχανικά και γεωπολιτικά συμφέροντα των άλλων κρατών.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση διακηρύσσει τον σεβασμό των κυριαρχικών δικαιωμάτων των κρατών-μελών της, αλλά επιδιώκει ταυτόχρονα να διατηρεί λειτουργικές σχέσεις με την Τουρκία. Οι δύο επιδιώξεις δεν είναι πάντοτε εύκολο να συνυπάρξουν. Όσο μεγαλώνει η σημασία της Τουρκίας για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, την αμυντική παραγωγή, τη μετανάστευση, την ενέργεια και τις περιφερειακές ισορροπίες, τόσο ενισχύεται η τάση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να διαχειρίζονται τις ελληνοτουρκικές εντάσεις αντί να συγκρούονται αποφασιστικά με την Άγκυρα.

Η Ελλάδα, συνεπώς, δεν μπορεί να στηρίζει τη στρατηγική της στην προσδοκία ότι η Ευρώπη θα ανοίξει εγκαίρως ένα νέο μέτωπο με την Τουρκία για χάρη της. Σε μια σοβαρή κρίση, η ευρωπαϊκή αντίδραση μπορεί να αποδειχθεί ανεπαρκής ή καθυστερημένη, ιδίως εάν ισχυρά κράτη και επιχειρήσεις επιδιώξουν να προστατεύσουν τις οικονομικές και αμυντικές σχέσεις τους με την Άγκυρα.

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μια φοβική ή παθητική ελληνική εξωτερική πολιτική. Ούτε αρκεί η επίκληση της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Η Αθήνα χρειάζεται να δημιουργήσει το δικό της πλέγμα στρατηγικών συμφερόντων, συνδέοντας αποτελεσματικότερα την εξωτερική πολιτική με την αμυντική βιομηχανία, την ενέργεια, τη ναυτιλία, τις υποδομές, την τεχνολογία και την ευρωπαϊκή παραγωγή.

Οι ελληνικές αμυντικές προμήθειες πρέπει να αντιμετωπίζονται όχι μόνο ως αγορές οπλικών συστημάτων, αλλά και ως ευκαιρίες για συμπαραγωγή, μεταφορά τεχνολογίας, συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες και δημιουργία μακροχρόνιων βιομηχανικών δεσμών. Η χώρα δεν πρέπει απλώς να αγοράζει ασφάλεια. Πρέπει να δημιουργεί συμφέροντα άλλων κρατών στην ελληνική ασφάλεια.

Αυτό είναι το μάθημα που έχει ήδη κατανοήσει η Τουρκία. Η αμυντική βιομηχανία δεν παράγει μόνο οπλικά συστήματα. Παράγει θέσεις εργασίας, τεχνολογικές εξαρτήσεις, πολιτικές σχέσεις και διπλωματική επιρροή.

Όσο η Ελλάδα δεν απαντά με μια εξίσου συνεκτική και μακροπρόθεσμη στρατηγική, τα περιθώρια της εξωτερικής της πολιτικής θα περιορίζονται από το διεθνές δίκτυο συμφερόντων που η Άγκυρα οικοδομεί με ταχύτητα και συνέπεια.

Και τότε βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος: η ευρωπαϊκή και διεθνής αντίδραση να εκδηλωθεί αφού έχουν ήδη δημιουργηθεί τετελεσμένα, αντί να συμβάλει εγκαίρως και αποφασιστικά στην αποτροπή τους.

Ο Δρ. Ευτύχιος Δαμηλάκης είναι Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων του Παντείου Πανεπιστημίου. Το ερευνητικό του έργο επικεντρώνεται στην ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία και στην αμυντική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Facebook