αλοκαιρινό σούρουπο στη Μαρίνα της Βουλιαγμένης
|

Μια όμορφη καλοκαιρινή βραδιά στη Μαρίνα της Βουλιαγμένης

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΠΡΩΙΜΟΣ ΕΚΔΟΤΗΣ ΤΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ
Του Κώστα Πρώιμου

Καθόταν αμέριμνος στο παγκάκι, το οποίο αφού τον «καλησπέρισε» συνέχισε το μηχανιστικό μοτίβο του και τον ρωτούσε για την διάθεση του. Αυτός, ο εμφανίσιμος και καλογυμνασμένος τύπος πάντα έρχεται σε αυτό το σημείο, με τη θάλασσα από κάτω, να κάθεται με τις ώρες και να απολαμβάνει. Συνήθως απαντά με μια ειρωνική διάθεση στο παγκάκι και ο αλγόριθμος – πολύ εξελιγμένος μπαίνει δυνατά στο παιχνίδι δίνοντας μια συνέχεια και προκαλώντας πειράγματα.

Οι κεραίες του, έπιασαν κάτι περίεργο στην γυναικεία ηλικιωμένη παρουσία, που επισκέφτηκε το διπλανό παγκάκι. Γύρισε, την παρατήρησε και αμέσως την αναγνώρισε. Πρέπει να ήταν γύρω στα εβδομήντα πέντε με ογδόντα, η φυσιογνωμία της εξέπεμπε μια φθίνουσα λάμψη από τα παλιά.

Σαν το κεράκι που έχει σχεδόν λιώσει και παλεύει μάταια να κρατήσει τη φλόγα του αναμμένη, ενώ ο χρόνος σαδιστής και αδυσώπητος, μεταμφιεσμένος σε αεράκι προσπαθεί να το σβήσει. Η προσπάθεια της να φαίνεται υπεροπτική και αγέρωχη ήταν και παραμένει περισσότερο ως δομικό στοιχείο της προσωπικότητας της, κάτι σαν μια νεανικών καταβολών παλιά και, για πάντα ριζωμένη συνήθεια. Οι ματιές τους μοιραία συναντήθηκαν και αυτός αντιλήφθηκε ότι το αρχικό της ξάφνιασμα μετατράπηκε σε μερικά δευτερόλεπτα σε ένα ξαφνικό επεισόδιο τρόμου. Αιώνιο πειραχτήρι από τη φύση του και επηρεασμένος από τα πολλά πάρε -δώσε με τον διάβολο δεν άντεξε στον πειρασμό.

«Τι κάνεις Μελίσσα»; Τη ρώτησε σπάζοντας την αμηχανία, ψύχραιμος με την χαρακτηριστική φωνή του εμποτισμένη στη χροιά της με μια μικρή δόση ειρωνείας.

–Εσύ; Του απάντησε με σχεδόν τρεμάμενη φωνή, σαν να είδε κάποιον από διαφορετικό κόσμο.

«Μα, πως είναι δυνατόν; Είσαι όπως τότε, πάνε σίγουρα 30 χρόνια»;

Χαμογέλασε, την ψιλό- λυπήθηκε, όπως και τότε, μόνο που αυτή τη φορά η συμπόνια που ένιωσε ήταν για διαφορετικούς λόγους.

«Εσύ, από την άλλη, εξελίχθηκες ανθρωπίνως φυσιολογικά κορίτσι μου, μεγάλωσες, ωστόσο παραμένεις μια ωραία γυναικεία παρουσία. Πόσο είσαι τώρα Μελίσσα;

«Εβδομήντα εννέα», του αποκρίθηκε, σαν να ομολογούσε περιέργως και αβίαστα την μεγαλύτερη της και συνάμα μη αποδεκτή αλήθεια. Και, συνέχισε, καρφωμένη στο βλέμμα του με την ίδια λάμψη στα μάτια της, όπως την τελευταία φορά που συναντηθήκανε… «Εσύ, αποκλείεται… Πως γίνεται να είσαι ίδιος; Νομίζω ότι έχω παραισθήσεις»!

Γέλασε ο εμφανώς νεαρότερος άνδρας με έναν ήπιο τόνο… και αποκρίθηκε: «Μελίσσα μου, θα σου θέσω το οφθαλμοφανές και αυταπόδεικτο πολύ απλά: εγώ έκανα συμφωνία με τον διάβολο. Όταν, (επειδή με συμπάθησε), για τους δικούς του λόγους, με ρώτησε τι θα επιθυμούσα ώστε να το εκπληρώσει. Εξάλλου, είχες συνειδητοποιήσει ότι ήμουν ειδική περίπτωση ανθρώπου από την πρώτη στιγμή, το θυμάσαι; Τον ξάφνιασα, πάντως δεν έχει κέρατα, ούτε ουρά μήτε τρίαινα, σε διαβεβαιώνω», της είπε χαριτολογώντας και κατέληξε: άσε που, απόρησε και ο ίδιος, γιατί δεν του ζήτησα ούτε πλούτη, ούτε μεγαλεία, όπως κάνουν οι περισσότεροι πελάτες του. Ήθελα απλώς να μείνω νέος για πάντα».

Τον κοιτούσε έκπληκτη λες και ήταν έτοιμη κάτι να πάθει. Δεν ήξερε αν ήταν κάποιος αθεόφοβος, που της έχει σκαρώσει ένα κακόγουστο αστείο ή πραγματικός… Ωστόσο, συνέχισε ακάθεκτος, με την παροιμιώδη κινηματογραφική του διάθεση: «μην νομίζεις αγαπητή μου ότι υπάρχουν οι τέλειες επιθυμίες, να ξέρεις ότι ακόμη και η παντοτινή νιότη έχει το τίμημα της. Ελάχιστοι γνωστοί και φίλοι μου ζουν πλέον, ενώ και αυτοί είναι ογδόντα- φεύγα, οπότε εσύ καταλαβαίνεις από… πρώτο χέρι τι εννοώ. Πολλές φορές αισθάνομαι την απεραντοσύνη της μοναξιάς ενώ δεν με θρέφει τίποτα καθώς διαβάζω τους ανθρώπους από χιλιόμετρα μακριά. Μια ήρεμη απόγνωση, αγαπητή Μελίσσα μου, έχει βεβαίως και καλές στιγμές αυτή η απόκοσμη πλοκή της ζωής μου. Εσύ αντιθέτως γλυκιά μου, κάποια στιγμή θα ολοκληρώσεις τον βιολογικό σου κύκλο, εγώ όμως; Απορώ, με το τι με περιμένει και πόσα θα δουν ακόμη τα μάτια μου ενώ έχω σώμα και ψυχολογική υπόσταση σαραντάρη…

Λίγα δάκρυα εμφανίστηκαν στα μαύρα της αστραφτερά μάτια, τον αποχαιρέτησε με «σπασμένη» φωνή και του είπε ενδεχομένως κυριευμένη και από μια παρόρμηση: είσαι ίσως από τους λίγους άνδρες για τον οποίο μετάνιωσα για τη συμπεριφορά μου, αν και ποτέ δεν το παραδέχτηκα ούτε στον εαυτό μου, δεν σκεφτόμουν καθαρά, ήμουν φοβισμένη, με εκείνα τα γεγονότα του αδόξως διαλυμένου «τέλειου» γάμου μου, είχα χάσει κυριολεκτικά τη γη κάτω από τα πόδια μου… Δεν είχα ξεπεράσει την απουσία του συζύγου μου, έψαχνα απεγνωσμένα για έναν αντικαταστάτη του με το ίδιο και ανώτερο status, μόνο και μόνο για να αποδείξω σε όλους ότι ακόμη αξίζω, ότι έκανε μεγάλο λάθος να με παρατήσει για μια άλλη γυναίκα, μετά από τόσα χρόνια γάμου και δύο παιδιά…

Την κοίταξε με κατανόηση και μειδιώντας της απάντησε: it is what it is, Mελισσάκι μου, τα έχει όλα η ζωή, ομολογώ πάντως ότι χάρηκα που σε ξαναείδα μετά από όλο αυτό τον καιρό, εύχομαι να είσαι για πολλά χρόνια ακόμη έτσι όμορφη και ακμαία… Θα ήθελα πολύ να σε ρωτήσω από πραγματικό ενδιαφέρον για τα παιδιά σου- μιας και τα είχα γνωρίσει, για την οικογένεια σου αλλά πλέον αποφεύγω αυτές τις ερωτήσεις με γνωστούς του παρελθόντος, για ευνόητους λόγους…»

Σάστισε, γύρισε το βλέμμα της αλλού και απομακρύνθηκε με ένα ασταθές και νευρικό περπάτημα…

Στο μυαλό του, ήρθε ολοζώντανη, σαν να επρόκειτο μόλις χθες, η σκηνή με εκείνη την όμορφη και γεμάτη λάμψη γυναίκα, της οποίας κρατούσε το χέρι στο πρώτο και… τελευταίο τους ραντεβού, κάνοντας βόλτα μια όμορφη καλοκαιρινή βραδιά στην Μαρίνα της Βουλιαγμένης, πριν τριάντα ολόκληρα χρόνια…

Facebook